Σύμφωνα με το νόμο που διέπει την υιοθεσία ενηλίκου, επιτρέπεται όταν ο υιοθετούμενος είναι συγγενής ως και τον τέταρτο βαθμό εξ αίματος ή εξ αγχιστείας αυτού που υιοθετεί. Τυχόν μεταγενέστερη ακύρωση του γάμου ή διαζύγιο μετά την υιοθεσία, δεν επηρεάζει το κύρος της και η εξ αγχιστείας συγγένεια που δικαιολογεί την υιοθεσία εξακολουθεί να υφίσταται. Στην υιοθεσία ενηλίκων, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της υιοθεσίας ανηλίκων, με εξαίρεση τις ασυμβίβαστες με τη φυσιογνωμία της υιοθεσίας αυτής για την κοινωνική έρευνα διότι ο ενήλικος υιοθετούμενος διαθέτει ωριμότητα για να κρίνει ο ίδιος το συμφέρον του ή μη της τελούμενης υιοθεσίας.

Διαφορές μεταξύ της υιοθεσίας ανηλίκου με την υιοθεσία ενηλίκου

Το συμφέρον του υιοθετούμενου στο οποίο πρέπει να αποβλέπει η υιοθεσία, λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο, αλλά με διαφορετική έννοια σε σχέση με την υιοθεσία ανηλίκου και συνδέεται με τη νομική αποτύπωση και την παράλληλη εξασφάλιση των σχετικών δικαιωμάτων μιας εν τοις πράγμασι υφιστάμενης σχέσης γονέα και τέκνου. Ο νομοθέτης ωστόσο, εισάγει και κάποιες ειδικές ρυθμίσεις σχετικά με τις προϋποθέσεις της υιοθεσίας ανηλίκων σε αντίθεση με την υιοθεσία ενηλίκων. Ειδκότερα, κατά την τέλεση της υιοθεσίας απαιτούνται για αυτόν που υιοθετεί να έχει δικαιοπρακτική ικανότητα, να έχει συμπληρώσει συγκεκριμένα χρόνια της ηλικίας του, να είναι μεγαλύτερος από τον υιοθετούμενο τουλάχιστον δέκα οκτώ χρόνια, και για τον υιοθετούμενο να έχει επίσης δικαιοπρακτική ικανότητα και να είναι ενήλικος, δηλαδή άνω των δέκα οκτώ ετών.

Στην περίπτωση λοιπόν της υιοθεσίας ενηλίκου, δεν υφίσταται ανώτατο όριο ηλικίας για αυτόν που υιοθετεί όπως ισχύει για την υιοθεσία ανηλίκου, ούτε ανώτατο όριο ως προς τη διαφορά ηλικίας υιοθετούντος και υιοθετουμένου.

Διαδικασία

Η υιοθεσία απαγγέλλεται από το δικαστήριο ύστερα από Αίτηση μέσω Δικηγόρου από  εκείνον που υιοθετεί και εκείνου που υιοθετείται. Εάν υπάρχει γάμος, τότε το δικαστήριο χρειάζεται και τη συναίνεση του συζύγου. Έπειτα από την έκδοση της απόφασης, η υιοθεσία ενηλίκου δημιουργεί συγγενικό δεσμό μεταξύ του θετού γονέα και τέκνου, χωρίς περαιτέρω επιπτώσεις στους συγγενείς του. Οι μετά την τέλεση της υιοθεσίας γεννηθέντες του θετού τέκνου, συνδέονται με συγγενικό δεσμό με το θετό γονέα. Οι συγγενικοί δεσμοί του θετού τέκνου με τη φυσική του οικογένεια διατηρούνται. Τέλος, με την υιοθεσία ενηλίκου, δημιουργείται αμοιβαίο κληρονομικό δικαίωμα μεταξύ θετού τέκνου και θετού γονέα, ενώ αμετάβλητα παραμένουν τα κληρονομικά δικαιώματα του θετού τέκνου απέναντι στους φυσικούς του συγγενείς.

Για περισσότερες πληροφορίες επικοινωνήστε με το Δικηγορικό Γραφείο.